eager
ea
ˈi:
i
ger
eateredgereagreegger

Ορισμός και σημασία του "eager"στα αγγλικά

01

πρόθυμος, λαχταριστός

having a strong desire for doing or experiencing something 
eager definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most eager
συγκριτικός βαθμός
more eager
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
emotion, desire, behavior
Παραδείγματα
The children were eager to open their presents on Christmas morning. 

Τα παιδιά ήταν πρόθυμα να ανοίξουν τα δώρα τους το πρωί των Χριστουγέννων.

01

παλιρροϊκό κύμα, μεγάλο κύμα

a high wave (often dangerous) caused by tidal flow (as by colliding tidal currents or in a narrow estuary) 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
eagers

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

eagerly
eagerness
overeager
eager
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store