Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
eager
01
πρόθυμος, λαχταριστός
having a strong desire for doing or experiencing something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most eager
συγκριτικός βαθμός
more eager
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The children were eager to open their presents on Christmas morning.
Τα παιδιά ήταν πρόθυμα να ανοίξουν τα δώρα τους το πρωί των Χριστουγέννων.
Eager
01
παλιρροϊκό κύμα, μεγάλο κύμα
a high wave (often dangerous) caused by tidal flow (as by colliding tidal currents or in a narrow estuary)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
eagers
Λεξικό Δέντρο
eagerly
eagerness
overeager
eager



























