Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Dyslexia
01
δυσλεξία, ειδική διαταραχή ανάγνωσης και ορθογραφίας
a specific neurobiological disorder marked by difficulty reading and spelling in individuals with otherwise unaffected intelligence
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
LanGeek



























