Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to dye
01
βαφή, χρωματίζω
to change the color of something using a liquid substance
Transitive: to dye sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
dye
γ΄ ενικό πρόσωπο
dyes
ενεστώτα μετοχή
dyeing
απλός αόριστος
dyed
παθητική μετοχή
dyed
Παραδείγματα
She decided to dye her white shirt pink.
Αποφάσισε να βαφτίσει τη λευκή της μπλούζα ροζ.
Dye
01
βαφή, χρωστική ουσία
a colored substance used to impart or alter the color of materials such as fabric, yarn, or other items through immersion or application
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dyes
Παραδείγματα
Natural dyes can be made from plants, fruits, and vegetables.
Οι φυσικές βαφές μπορούν να παρασκευαστούν από φυτά, φρούτα και λαχανικά.
Λεξικό Δέντρο
dyeing
dye



























