Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to dwindle
01
μειώνομαι, ελαττώνομαι
to diminish in quantity or size over time
Intransitive
disapproving
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
dwindle
γ΄ ενικό πρόσωπο
dwindles
ενεστώτα μετοχή
dwindling
απλός αόριστος
dwindled
παθητική μετοχή
dwindled
Παραδείγματα
The community 's interest in the local club has dwindled, impacting attendance at events.
Το ενδιαφέρον της κοινότητας για τον τοπικό σύλλογο έχει μειωθεί, επηρεάζοντας την προσέλευση σε εκδηλώσεις.
Λεξικό Δέντρο
dwindling
dwindling
dwindle



























