to dwindle
Pronunciation
/ˈdwɪndəɫ/

Ορισμός και σημασία του "dwindle"στα αγγλικά

to dwindle
01

μειώνομαι, ελαττώνομαι

to diminish in quantity or size over time
Intransitive
to dwindle definition and meaning
disapproving
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
dwindle
γ΄ ενικό πρόσωπο
dwindles
ενεστώτα μετοχή
dwindling
απλός αόριστος
dwindled
παθητική μετοχή
dwindled
Παραδείγματα
The community 's interest in the local club has dwindled, impacting attendance at events.
Το ενδιαφέρον της κοινότητας για τον τοπικό σύλλογο έχει μειωθεί, επηρεάζοντας την προσέλευση σε εκδηλώσεις.

Λεξικό Δέντρο

dwindling
dwindling
dwindle
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store