to dwindle
dwindle
dwɪndl
dvindl
grindlespindlebrindleswindle

Ορισμός και σημασία του "dwindle"στα αγγλικά

to dwindle
01

μειώνομαι, ελαττώνομαι

to diminish in quantity or size over time 
Intransitive
to dwindle definition and meaning
αποδοκιμαστικό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
dwindle
γ΄ ενικό πρόσωπο
dwindles
ενεστώτα μετοχή
dwindling
απλός αόριστος
dwindled
παθητική μετοχή
dwindled
Παραδείγματα
The water level in the reservoir began to dwindle during the dry season. 

Το επίπεδο του νερού στην δεξαμενή άρχισε να μειώνεται κατά τη διάρκεια της ξηράς περιόδου.

Λεξικό Δέντρο

dwindling
dwindling
dwindle
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store