Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to dwell
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
dwell
γ΄ ενικό πρόσωπο
dwells
ενεστώτα μετοχή
dwelling
απλός αόριστος
dwelt
παθητική μετοχή
dwelt
Παραδείγματα
The family decided to dwell in a quaint village after years of city living.
Η οικογένεια αποφάσισε να κατοικήσει σε ένα γραφικό χωριό μετά από χρόνια ζωής στην πόλη.
Λεξικό Δέντρο
dweller
dwelling
indwell
dwell



























