to dwell
Pronunciation
/ˈdwɛɫ/

Ορισμός και σημασία του "dwell"στα αγγλικά

to dwell
01

κατοικώ, ζω

to live in a particular place
Intransitive: to dwell somewhere
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
dwell
γ΄ ενικό πρόσωπο
dwells
ενεστώτα μετοχή
dwelling
απλός αόριστος
dwelt
παθητική μετοχή
dwelt
Παραδείγματα
In the bustling city, millions of people dwell in high-rise apartments, creating a vibrant urban community.
Στην πολυσύχναστη πόλη, εκατομμύρια άνθρωποι κατοικούν σε ψηλά διαμερίσματα, δημιουργώντας μια ζωντανή αστική κοινότητα.
02

κατοικώ, ζω

to exist at the core of something
Intransitive: to dwell in sth
Παραδείγματα
True happiness dwells in appreciating the simple moments of life.
Η αληθινή ευτυχία κατοικεί στην εκτίμηση των απλών στιγμών της ζωής.

Λεξικό Δέντρο

dweller
dwelling
indwell
dwell
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store