Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to dwell
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
dwell
γ΄ ενικό πρόσωπο
dwells
ενεστώτα μετοχή
dwelling
απλός αόριστος
dwelt
παθητική μετοχή
dwelt
Παραδείγματα
In the bustling city, millions of people dwell in high-rise apartments, creating a vibrant urban community.
Στην πολυσύχναστη πόλη, εκατομμύρια άνθρωποι κατοικούν σε ψηλά διαμερίσματα, δημιουργώντας μια ζωντανή αστική κοινότητα.
Λεξικό Δέντρο
dweller
dwelling
indwell
dwell



























