to dwell
dwell
dwɛl
dvel
swellnobellapelimpel

Ορισμός και σημασία του "dwell"στα αγγλικά

to dwell
01

κατοικώ, ζω

to live in a particular place 
Intransitive: to dwell somewhere
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
dwell
γ΄ ενικό πρόσωπο
dwells
ενεστώτα μετοχή
dwelling
απλός αόριστος
dwelt
παθητική μετοχή
dwelt
Παραδείγματα
The family decided to dwell in a quaint village after years of city living. 

Η οικογένεια αποφάσισε να κατοικήσει σε ένα γραφικό χωριό μετά από χρόνια ζωής στην πόλη.

02

κατοικώ, ζω

to exist at the core of something 
Intransitive: to dwell in sth
Παραδείγματα
The real issue dwells in the lack of communication between the teams. 

Το πραγματικό πρόβλημα βρίσκεται στην έλλειψη επικοινωνίας μεταξύ των ομάδων.

Λεξικό Δέντρο

dweller
dwelling
indwell
dwell
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store