Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dusty
01
σκοτεινός, καλυμμένος με σκόνη
covered in a fine layer of dirt or particles
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
dustiest
συγκριτικός βαθμός
dustier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The neglected bookshelf was dusty, with cobwebs clinging to the corners.
Η παραμελημένη βιβλιοθήκη ήταν σκοτεινή, με ιστούς αράχνης να κολλάνε στις γωνίες.
02
ξεπερασμένος, βαρετός
outdated, boring, or irrelevant
αργκό
Παραδείγματα
He's still wearing 2010 jeans; so dusty.
Φοράει ακόμα τζιν του 2010· τόσο ξεπερασμένα.
Λεξικό Δέντρο
dustiness
dusty
dust



























