duplicity
dup
ˈdup
ντουπ
li
λι
ci
σι
ty
ti
τι
/djuːplˈɪsɪti/

Ορισμός και σημασία του "duplicity"στα αγγλικά

01

διπροσωπία, υποκρισία

the practice of pretending to feel or act one way while actually pursuing another
Παραδείγματα
She accused him of duplicity in the negotiations.
Τον κατηγόρησε για διπροσωπία στις διαπραγματεύσεις.
02

διπροσωπία, διαδικαστικό σφάλμα σε νομικά έγγραφα με αντιφατικές καταγγελίες

a procedural fault in legal pleadings involving contradictory allegations
Specialized
Παραδείγματα
Duplicity in an indictment can cause confusion for the jury.
Η διπλότητα σε μια κατηγορία μπορεί να προκαλέσει σύγχυση για το δικαστήριο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store