dueler
due
ˈdju:
ντγου
ler
λα
dueller

Ορισμός και σημασία του "dueler"στα αγγλικά

01

μονομάχος

a person who engages in a formal combat or duel, often to settle a dispute 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
duelers
Παραδείγματα
The dueler prepared for the showdown at dawn. 

Ο μονομάχος προετοιμάστηκε για τη μάχη την αυγή.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

dueler
duel
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store