Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to drub
01
χτυπώ, δέρνω
to strike or beat someone several times with force
Transitive: to drub sb
Παραδείγματα
His father would drub him whenever he misbehaved.
Ο πατέρας του τον χτυπούσε κάθε φορά που παρενοχλούσε.
02
κατατροπώνω, νικώ αποφασιστικά
to win decisively and thoroughly against opponents in a competition or fight
Transitive: to drub an opponent
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
drub
γ΄ ενικό πρόσωπο
drubs
ενεστώτα μετοχή
drubbing
απλός αόριστος
drubbed
παθητική μετοχή
drubbed
Παραδείγματα
The boxer skillfully drubbed his rival, earning a unanimous victory from the judges.
Ο πυγμάχος επιδέξια νίκησε τον αντίπαλό του, κερδίζοντας μια ομόφωνη νίκη από τους κριτές.
Λεξικό Δέντρο
drubbing
drub



























