Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to drub
01
χτυπώ, δέρνω
to strike or beat someone several times with force
Transitive: to drub sb
Παραδείγματα
The coach threatened to drub the players if they didn't improve their performance.
Ο προπονητής απείλησε να χτυπήσει τους παίκτες αν δεν βελτιώσουν την απόδοσή τους.
02
κατατροπώνω, νικώ αποφασιστικά
to win decisively and thoroughly against opponents in a competition or fight
Transitive: to drub an opponent
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
drub
γ΄ ενικό πρόσωπο
drubs
ενεστώτα μετοχή
drubbing
απλός αόριστος
drubbed
παθητική μετοχή
drubbed
Παραδείγματα
The basketball team was determined to drub their opponents and secure a spot in the finals.
Η ομάδα μπάσκετ ήταν αποφασισμένη να κατατροπώσει τους αντιπάλους της και να εξασφαλίσει μια θέση στον τελικό.
Λεξικό Δέντρο
drubbing
drub



























