Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Drouth
01
ξηρασία, έλλειψη νερού
a prolonged period of abnormally low rainfall
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
drouths
Παραδείγματα
The historical records show several instances of drouth affecting the area.
Τα ιστορικά αρχεία δείχνουν πολλές περιπτώσεις ξηρασίας που επηρέασαν την περιοχή.
02
ξηρασία, παρατεταμένη έλλειψη
a prolonged shortage



























