drivel
dri
ˈdrɪ
dri
vel
vəl
vēl
snivelswivelshriveluncivil

Ορισμός και σημασία του "drivel"στα αγγλικά

01

σάλια, μύξα

saliva or mucus flowing from the mouth or nose, typically associated with illness or incapacity 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
drivels
Παραδείγματα
The child wiped the drivel from his chin with the back of his hand. 

Το παιδί σκούπισε το σάλιο από το πηγούνι του με το πίσω μέρος του χεριού του.

02

ανοησίες, ασυναρτησίες

speech or writing that is considered to be silly, trivial, or lacking in sense or substance 
Παραδείγματα
The politician's speech was nothing but drivel, lacking any substantive policy proposals. 

Η ομιλία του πολιτικού δεν ήταν τίποτα άλλο από ανοησίες, χωρίς ουσιαστικές πολιτικές προτάσεις.

to drivel
01

σταλάζω σάλιο, αφήνω το σάλιο να στάζει από το στόμα

let saliva drivel from the mouth 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
drivel
γ΄ ενικό πρόσωπο
drivels
ενεστώτα μετοχή
driveling
απλός αόριστος
driveled
παθητική μετοχή
driveled
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store