dried
dried
draɪd
draid
abidebridefriedclyde

Ορισμός και σημασία του "dried"στα αγγλικά

01

αποξηραμένο, αφυδατωμένο

having had moisture removed, usually for the purpose of preservation 
dried definition and meaning
Παραδείγματα
Among hikers, thinly sliced dried meat is a popular snack. 

Ανάμεσα στους πεζοπόρους, το ψιλοκομμένο αποξηραμένο κρέας είναι ένα δημοφιλές σνακ.

02

αποξηραμένος, στεγνός

not still wet 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
driest
συγκριτικός βαθμός
drier
διαβαθμίσιμο

Λεξικό Δέντρο

undried
dried
dry
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store