Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dreamy
01
ονειρικός, συναισθηματικός
having a magical or unreal quality, making it seem like a dream
Παραδείγματα
The music played a slow, dreamy melody that created a serene atmosphere.
Η μουσική έπαιξε μια αργή, ονειρική μελωδία που δημιούργησε μια γαλήνια ατμόσφαιρα.
02
ονειρικός, υπνοβατικός
moving or behaving as if one is asleep or in a dream, often appearing slow or unfocused
Παραδείγματα
Her actions were dreamy and sluggish, reflecting her deep exhaustion.
Οι πράξεις της ήταν ονειρικές και νωθρές, αντικατοπτρίζοντας την βαθιά κούρασή της.
03
ονειροπόλος, γοητευτικός
very attractive or beautiful
Παραδείγματα
He looked especially dreamy in his tailored suit at the wedding.
Φαινόταν ιδιαίτερα ονειρεμένος στο ταιριαστό του κοστούμι στο γάμο.
04
ονειροπόλος, απορροφημένος
appearing not to pay attention to one's surroundings because of thinking about something else
Παραδείγματα
During the conversation, he wore a dreamy face, absorbed in his own thoughts.
Κατά τη διάρκεια της συζήτησης, είχε ένα ονειροπόλο πρόσωπο, βυθισμένος στις δικές του σκέψεις.
05
ονειροπόλος, αφηρημένος
often lost in daydreams or fantasies and not very focused on practical matters
Παραδείγματα
He seemed dreamy and distant, with his head always in the clouds.
Φαινόταν ονειροπόλος και απόμακρος, με το κεφάλι του πάντα στα σύννεφα.
Λεξικό Δέντρο
dreamily
dreaminess
dreamy
dream



























