dramaturgy
dra
ˈdræ
drā
ma
tur
tɜ:
gy
ʤi
ji

Ορισμός και σημασία του "dramaturgy"στα αγγλικά

01

δραματουργία, δραματική τέχνη

the art or technique of dramatic composition and theatrical production 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
The course on dramaturgy explored various aspects of playwriting and staging. 

Το μάθημα για τη δραματουργία εξέτασε διάφορες πτυχές της συγγραφής θεατρικών έργων και της σκηνοθεσίας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

dramaturgy
dram
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store