draper
dra
ˈdreɪ
drei
per
diaperdrawer

Ορισμός και σημασία του "draper"στα αγγλικά

01

έμπορος υφασμάτων, πωλητής ραπτικών ειδών

a merchant who sells fabrics, sewing supplies, and sometimes clothing and household dry goods 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
drapers
Παραδείγματα
The draper showed her a selection of silk and velvet for the gown. 

Ο υφασματέμπορος της έδειξε μια επιλογή από μετάξι και βελούδο για το φόρεμα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store