Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Drapery
01
κουρτίνα, κουρτίνες
hanging cloth used as a blind (especially for a window)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
draperies
02
κουρτίνα, κουρτίνωμα
fabric that is hung in beautiful, flowing folds, often used to cover windows or decorate rooms
Παραδείγματα
The interior designer used luxurious velvet drapery to add warmth and elegance to the dining room.
Ο εσωτερικός σχεδιαστής χρησιμοποίησε πολυτελή κουρτίνες από βελούδο για να προσθέσει ζεστασιά και κομψότητα στην τραπεζαρία.
Λεξικό Δέντρο
drapery
drape



























