almighty
Pronunciation
/ɔɫˈmaɪti/

Ορισμός και σημασία του "almighty"στα αγγλικά

01

ο Παντοδύναμος, ο Παντοκράτωρ

a title used to refer to a supreme being, often God, who is believed to have infinite power and authority over all things
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
κύριο
Παραδείγματα
The storm was a reminder of the Almighty's power.
Η καταιγίδα ήταν μια υπενθύμιση της δύναμης του Παντοδύναμου.
01

παντοδύναμος, παντοδύναμος

having the absolute power and ability to do anything
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The villagers prayed to the almighty god for protection and guidance.
Οι χωρικοί προσευχήθηκαν στον παντοδύναμο θεό για προστασία και καθοδήγηση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store