downturn
down
ˈdaʊn
dawn
turn
tɜ:n
tēn

Ορισμός και σημασία του "downturn"στα αγγλικά

01

επιβράδυνση, ύφεση

a drop in market and business activities 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
downturns
Παραδείγματα
The global pandemic caused a severe economic downturn, affecting businesses worldwide. 

Η παγκόσμια πανδημία προκάλεσε μια σοβαρή ύφεση της οικονομίας, επηρεάζοντας επιχειρήσεις σε όλο τον κόσμο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

downturn

down

+

turn

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store