to downsize
down
ˈdaʊn
dawn
size
saɪz
saiz

Ορισμός και σημασία του "downsize"στα αγγλικά

to downsize
01

μειώνω το προσωπικό, συρρικνώνω

(of a company or organization) to become smaller by reducing the number of employees or departments 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
downsize
γ΄ ενικό πρόσωπο
downsizes
ενεστώτα μετοχή
downsizing
απλός αόριστος
downsized
παθητική μετοχή
downsized
Παραδείγματα
The corporation downsized after losing several major contracts. 

Η εταιρεία μείωσε το μέγεθος μετά την απώλεια πολλών σημαντικών συμβάσεων.

02

μειώνω το μέγεθος, μικρογραφώ

to design, manufacture, or produce something in a smaller size 
Παραδείγματα
The company downsized the car model for better fuel efficiency. 

Η εταιρεία μείωσε το μέγεθος του μοντέλου αυτοκινήτου για καλύτερη απόδοση καυσίμου.

03

απολύω, μειώνω το προσωπικό

to terminate employees as part of a reduction in company size 
Παραδείγματα
The company downsized 200 staff members last quarter. 

Η εταιρεία μείωσε 200 υπαλλήλους το προηγούμενο τρίμηνο.

04

μετακομίζω σε μικρότερο σπίτι, μειώνω το μέγεθος της κατοικίας

to relocate to a smaller home or living space 
Παραδείγματα
After retirement, they downsized to a modest apartment. 

Μετά τη συνταξιοδότηση, μετακόμισαν σε μικρότερο σπίτι σε ένα μέτριο διαμέρισμα.

Λεξικό Δέντρο

downsizing
downsize

down

+

size

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store