Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Downside
01
μειονέκτημα, μειονότητα
the less favorable or harmful part of something
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
downsides
Παραδείγματα
The downside of working from home is feeling isolated from colleagues.
Το μειονέκτημα της εργασίας από το σπίτι είναι το αίσθημα απομόνωσης από τους συναδέλφους.
Λεξικό Δέντρο
downside
down
side



























