Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Downside
01
μειονέκτημα, μειονότητα
the less favorable or harmful part of something
Παραδείγματα
The project has many benefits, but a major downside is the tight deadline.
Το έργο έχει πολλά οφέλη, αλλά ένα μεγάλο μειονέκτημα είναι η στενή προθεσμία.
Λεξικό Δέντρο
downside
down
side



























