Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Downbeat
01
δυνατός χτύπος, πρώτος χτύπος
the first beat of a measure, typically emphasized in terms of accentuation and providing a sense of rhythmic stability
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
downbeats
Παραδείγματα
The conductor's vigorous gesture marked the downbeat, signaling the orchestra to begin playing.
Η ενεργητική χειρονομία του μαέστρου σημείωσε τον πρώτο χτύπο, σηματοδοτώντας στην ορχήστρα να αρχίσει να παίζει.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
downbeat
down
beat



























