dower
Pronunciation
/ˈdaʊɹ/

Ορισμός και σημασία του "dower"στα αγγλικά

01

προίκα, δικαίωμα της χήρας στην περιουσία

a widow's legal right to part of her late husband's property
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dowers
Παραδείγματα
Without a will, she still received her dower.
Χωρίς διαθήκη, εξακολούθησε να λαμβάνει το προίκα της.
02

προίκα, φερνή

money or property brought by a woman to her husband at marriage
to dower
01

προικίζω, εξοπλίζω με μια ενδowment

furnish with an endowment
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
dower
γ΄ ενικό πρόσωπο
dowers
ενεστώτα μετοχή
dowering
απλός αόριστος
dowered
παθητική μετοχή
dowered
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store