dower
dower
daʊə
dawe
downerdowserdozer

Ορισμός και σημασία του "dower"στα αγγλικά

01

προίκα, δικαίωμα της χήρας στην περιουσία

a widow's legal right to part of her late husband's property 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dowers
Παραδείγματα
She claimed her dower after her husband's death. 

Διεκδίκησε το προίκα της μετά το θάνατο του συζύγου της.

02

προίκα, φερνή

money or property brought by a woman to her husband at marriage 
to dower
01

προικίζω, εξοπλίζω με μια ενδowment

furnish with an endowment 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
dower
γ΄ ενικό πρόσωπο
dowers
ενεστώτα μετοχή
dowering
απλός αόριστος
dowered
παθητική μετοχή
dowered
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store