dowitcher
dowit
ˈdaʊɪ
dawi
cher
ʧə
chē

Ορισμός και σημασία του "dowitcher"στα αγγλικά

01

dowitcher, μεσαίου μεγέθους μεταναστευτικό πτηνό παραλίας

a medium-sized migratory shorebird with a long, straight bill and a distinctive reddish-brown or grayish-brown plumage 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dowitchers
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store