Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Dough
01
ζύμη, ζύμη ψωμιού
a thick mixture of flour, liquid and sometimes yeast that is baked into bread or pastry
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
doughs
Παραδείγματα
Pizza dough needs to be stretched and shaped before adding the toppings.
Η ζύμη της πίτσας πρέπει να τεντωθεί και να διαμορφωθεί πριν προστεθούν τα υλικά.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
doughy
dough



























