Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Douchewagon
01
μαλάκας, παλιομαλάκας
a contemptible or obnoxious person
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
douchewagons
Παραδείγματα
The douchewagon parked in the fire lane for coffee.
Ο μαλάκας παρκάρει στη λωρίδα πυρκαγιάς για καφέ.



























