douchewad
douche
du:ʃ
doosh
wad
wɒd
vod

Ορισμός και σημασία του "douchewad"στα αγγλικά

01

μαλάκας, ηλίθιος

a contemptible, worthless, or annoying person 
douchewad definition and meaning
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
douchewads
Παραδείγματα
The douchewad left his trash all over the beach. 

Ο ηλίθιος άφησε τα σκουπίδια του σε όλη την παραλία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store