douchewagon
douche
ˈdu:ʃ
doosh
wa
gon
gən
gēn

Ορισμός και σημασία του "douchewagon"στα αγγλικά

01

μαλάκας, παλιομαλάκας

a contemptible or obnoxious person 
douchewagon definition and meaning
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
douchewagons
Παραδείγματα
The douchewagon parked in the fire lane for coffee. 

Ο μαλάκας παρκάρει στη λωρίδα πυρκαγιάς για καφέ.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store