Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to double-cross
01
προδίδω, εξαπατώ
to betray a person that one is in cooperation with, often when they want to do something illegal together
Transitive: to double-cross a person or organization
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
double-cross
γ΄ ενικό πρόσωπο
double-crosses
ενεστώτα μετοχή
double-crossing
απλός αόριστος
double-crossed
παθητική μετοχή
double-crossed
Παραδείγματα
The criminal double-crossed his partner by taking the stolen goods and fleeing with them alone.
Ο εγκληματίας προδόθηκε τον συνεργάτη του παίρνοντας τα κλεμμένα αγαθά και φεύγοντας μόνος με αυτά.
Double-cross
01
προδοσία, εξαπάτηση
an act of betrayal, especially one involving deceit against an ally or partner
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
double-crosses
Παραδείγματα
He suffered a double-cross when his partner stole the plans.
Υπέστη προδοσία όταν ο συνεργάτης του έκλεψε τα σχέδια.



























