Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dotted
01
στικτός, διακοσμημένος με τελείες
decorated with a series of small, circular spots or points
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most dotted
συγκριτικός βαθμός
more dotted
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She wore a dress dotted with tiny flowers in shades of pink and purple.
Φορούσε ένα φόρεμα στικτό με μικρά λουλούδια σε αποχρώσεις του ροζ και του μοβ.
02
στικτός, με τελεία
refering to a musical note or rest marked with a dot after it, increasing its duration by half of its original time value
Παραδείγματα
The dotted eighth note extended the rhythm, giving the melody a playful touch.
Η στιγμένη όγδοη νότα επέκτεινε το ρυθμό, δίνοντας στη μελωδία μια παιχνιδιάρικη πινελιά.
Λεξικό Δέντρο
dotted
dot



























