dotted
do
ˈdɒ
do
tted
tɪd
tid
clotted

Ορισμός και σημασία του "dotted"στα αγγλικά

01

στικτός, διακοσμημένος με τελείες

decorated with a series of small, circular spots or points 
dotted definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most dotted
συγκριτικός βαθμός
more dotted
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
pattern, decoration, appearance
Παραδείγματα
She wore a dress dotted with tiny flowers in shades of pink and purple. 

Φορούσε ένα φόρεμα στικτό με μικρά λουλούδια σε αποχρώσεις του ροζ και του μοβ.

02

στικτός, με τελεία

refering to a musical note or rest marked with a dot after it, increasing its duration by half of its original time value 
Παραδείγματα
The dotted eighth note extended the rhythm, giving the melody a playful touch. 

Η στιγμένη όγδοη νότα επέκτεινε το ρυθμό, δίνοντας στη μελωδία μια παιχνιδιάρικη πινελιά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

dotted
dot
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store