dotage
do
ˈdoʊ
dow
tage
tɪʤ
tij
/dˈə‍ʊtɪd‍ʒ/

Ορισμός και σημασία του "dotage"στα αγγλικά

01

γηρατειά, πτώση των πνευματικών ικανοτήτων

the decline of mental or physical abilities in old age
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The novel portrays a character in the dotage of his life.
Το μυθιστόρημα απεικονίζει έναν χαρακτήρα στην γηρατειά της ζωής του.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store