LanGeek
Dictionary
Μάθηση
Εφαρμογή για Κινητά
Επικοινωνήστε μαζί μας
Αναζήτηση
Dosh
/dˈɒʃ/
/ˈdɑʃ/
Noun (1)
Ορισμός και Σημασία του "dosh"
Dosh
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ
01
λεφτά
, χρήματα
money, often referring to cash
Example
I do n’t have enough
dosh
to go out this weekend.
She saved up some
dosh
for a holiday.
@langeek.co
Συναφή Λέξεις
dose
dosage
dosa
dos and don'ts
dory
dot
dot plot
dot the i's and cross the t's
dotard
dote
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Κατεβάστε την Εφαρμογή
English
Français
Española
Türkçe
Italiana
русский
українська
tiếng Việt
हिन्दी
العربية
Filipino
فارسی
bahasa Indonesia
Deutsch
português
日本語
汉语
한국어
język polski
Ελληνικά
اردو
বাংলা
Nederlandse taal
svenska
čeština
Română
Magyar
Copyright © 2024 Langeek Inc. | All Rights Reserved |
Privacy Policy
Copyright © 2024 Langeek Inc.
All Rights Reserved
Privacy Policy
Κατεβάστε την Εφαρμογή
Κατεβάστε
Download Mobile App