Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dominant
01
κυρίαρχος, επικρατών
having superiority in power, influence, or importance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most dominant
συγκριτικός βαθμός
more dominant
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The lion is the dominant predator in its ecosystem, ruling over other animals.
Το λιοντάρι είναι το κυρίαρχο αρπακτικό στο οικοσύστημά του, κυριαρχώντας σε άλλα ζώα.
02
κυρίαρχος, επικρατών
(of genes) causing a person to inherit a particular physical feature, even if it is only present in one parent's genome
Παραδείγματα
The gene for brown eyes is dominant over the gene for blue eyes.
Το γονίδιο για τα καστανά μάτια είναι επικρατές έναντι του γονιδίου για τα μπλε μάτια.
03
κυρίαρχος, επικρατών
most frequent or common
Dominant
01
κυρίαρχο, κυρίαρχο αλληλόμορφο
an allele that produces the same phenotype whether its paired allele is identical or different
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dominants
02
δεσπόζουσα, κυρίαρχη νότα
(music) the fifth note of the diatonic scale
Λεξικό Δέντρο
dominantly
predominant
dominant
domin



























