Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dolefully
01
θλιμμένα, θρηνητικά
in a mournful, gloomy, or sorrowful manner
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The boy looked up dolefully, his eyes full of disappointment.
Το αγόρι κοίταξε προς τα πάνω θλιμμένα, τα μάτια του γεμάτα απογοήτευση.
Λεξικό Δέντρο
dolefully
doleful
dole



























