dolefully
Pronunciation
/dˈoʊlfəli/

Ορισμός και σημασία του "dolefully"στα αγγλικά

01

θλιμμένα, θρηνητικά

in a mournful, gloomy, or sorrowful manner
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The boy looked up dolefully, his eyes full of disappointment.
Το αγόρι κοίταξε προς τα πάνω θλιμμένα, τα μάτια του γεμάτα απογοήτευση.

Λεξικό Δέντρο

dolefully
doleful
dole
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store