Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to dogmatize
01
δογματίζω, μιλώ με απόλυτο τρόπο
to speak in an absolute manner and expecting everyone to believe it without question
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
dogmatize
γ΄ ενικό πρόσωπο
dogmatizes
ενεστώτα μετοχή
dogmatizing
απλός αόριστος
dogmatized
παθητική μετοχή
dogmatized
Παραδείγματα
The teacher dogmatized the curriculum, discouraging any critical discussion or differing opinions.
Ο δάσκαλος δογμάτισε το πρόγραμμα σπουδών, αποθαρρύνοντας οποιαδήποτε κριτική συζήτηση ή διαφορετικές απόψεις.
Λεξικό Δέντρο
dogmatize
dogm



























