to dogmatize
dog
ˈdɒg
dog
ma
tize
taɪz
taiz
dogmatise

Ορισμός και σημασία του "dogmatize"στα αγγλικά

to dogmatize
01

δογματίζω, μιλώ με απόλυτο τρόπο

to speak in an absolute manner and expecting everyone to believe it without question 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
dogmatize
γ΄ ενικό πρόσωπο
dogmatizes
ενεστώτα μετοχή
dogmatizing
απλός αόριστος
dogmatized
παθητική μετοχή
dogmatized
Παραδείγματα
The teacher dogmatized the curriculum, discouraging any critical discussion or differing opinions. 

Ο δάσκαλος δογμάτισε το πρόγραμμα σπουδών, αποθαρρύνοντας οποιαδήποτε κριτική συζήτηση ή διαφορετικές απόψεις.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store