Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to dogmatize
01
δογματίζω, μιλώ με απόλυτο τρόπο
to speak in an absolute manner and expecting everyone to believe it without question
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
dogmatize
γ΄ ενικό πρόσωπο
dogmatizes
ενεστώτα μετοχή
dogmatizing
απλός αόριστος
dogmatized
παθητική μετοχή
dogmatized
Παραδείγματα
He tends to dogmatize about politics, dismissing any opposing viewpoints.
Έχει την τάση να δογματίζει για την πολιτική, απορρίπτοντας οποιαδήποτε αντίθετη άποψη.
Λεξικό Δέντρο
dogmatize
dogm



























