dog-tired
dog
dɒg
dog
tired
taɪəd
taied

Ορισμός και σημασία του "dog-tired"στα αγγλικά

01

κουρασμένος σαν σκύλος, εξουθενωμένος

completely worn out, typically from intense physical or mental effort 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most dog-tired
συγκριτικός βαθμός
more dog-tired
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
fatigue, state, health
Παραδείγματα
After working a double shift, he came home feeling dog-tired and collapsed on the couch. 

Μετά από μια διπλή βάρδια, ήρθε σπίτι νιώθοντας εξουθενωμένος και κατέρρευσε στον καναπέ.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store