dogfight
dog
ˈdɒg
dog
fight
faɪt
fait

Ορισμός και σημασία του "dogfight"στα αγγλικά

01

αερομαχία, dogfight

an aerial combat in which two or more fighter aircraft are engaged 
dogfight definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dogfights
Παραδείγματα
The film depicted thrilling dogfights between fighter planes in World War II. 

Η ταινία απεικόνισε συναρπαστικές εναέριες μάχες μεταξύ μαχητικών αεροσκαφών στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο.

02

καβγάς σκύλων, μάχη σκύλων

a violent confrontation between dogs, often organized illegally 
Παραδείγματα
Authorities raided a venue suspected of hosting dogfights. 

Οι αρχές έκαναν έφοδο σε ένα χώρο που υπωπτεύεται ότι φιλοξενεί μαχές σκυλιών.

03

καυγάς, συμπλοκή

disorderly or chaotic fighting between people 
Παραδείγματα
A dogfight broke out among the spectators. 

Ξέσπασε μια συμπλοκή ανάμεσα στους θεατές.

04

σφοδρή μάχη, άγρια αντιπαράθεση

a fiercely contested competition or struggle 
Παραδείγματα
The election turned into a political dogfight. 

Οι εκλογές μετατράπηκαν σε έναν έντονο πολιτικό αγώνα.

to dogfight
01

ναυμαχώ στον αέρα, να συμμετέχω σε κοντινή αερομαχία

(of a fighter plane) to take part in close combat with another in the air 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
dogfight
γ΄ ενικό πρόσωπο
dogfights
ενεστώτα μετοχή
dogfighting
απλός αόριστος
dogfought
παθητική μετοχή
dogfought
Παραδείγματα
The squadron trained to dogfight in simulated aerial battles. 

Το σμήνος εκπαιδεύτηκε για να συμμετέχει σε αερομαχίες σε προσομοιωμένες αερομαχίες.

02

οργανώνω σκυλομαχίες, συμμετέχω σε σκυλομαχίες

to organize or participate in an illegal dogfight 
Παραδείγματα
The gang was arrested for dogfighting. 

Η συμμορία συνελήφθη για συμπλοκές σκύλων.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store