Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
doddering
01
τρεμουλιαστός, ασταθής
physically or mentally trembling due to old age
Παραδείγματα
The doddering judge, now retired, was once known for his sharp mind and decisive rulings.
Ο τρεμουλιαστός δικαστής, τώρα συνταξιούχος, ήταν κάποτε γνωστός για το κοφτερό του μυαλό και τις αποφασιστικές του αποφάσεις.
Λεξικό Δέντρο
doddering
dodder



























