dizzy
Pronunciation
/ˈdɪzi/

Ορισμός και σημασία του "dizzy"στα αγγλικά

01

ζαλισμένος, ιλιγγιώδης

unable to keep one's balance and feeling as though everything is circling around one, caused by an illness or looking down from a high place
dizzy definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
dizziest
συγκριτικός βαθμός
dizzier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Certain medications may cause side effects like dizziness and drowsiness in some patients.
Ορισμένα φάρμακα μπορεί να προκαλέσουν παρενέργειες όπως ζάλη και υπνηλία σε ορισμένους ασθενείς.
02

επιπόλαιος, απερίσκεπτος

frivolous or scatterbrained in attitude
Παραδείγματα
It was a dizzy decision made without any thought.
Ήταν μια επιπόλαιη απόφαση που λήφθηκε χωρίς καμία σκέψη.
to dizzy
01

ζαλίζω, προκαλώ ζάλη

to cause someone to feel unsteady, light-headed, or giddy
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
dizzy
γ΄ ενικό πρόσωπο
dizzies
ενεστώτα μετοχή
dizzying
απλός αόριστος
dizzied
παθητική μετοχή
dizzied
Παραδείγματα
The fast turns of the skater dizzied the spectators.
Οι γρήγορες στροφές του πατινέρ ζάλισαν τους θεατές.

Λεξικό Δέντρο

dizzily
dizziness
dizzy
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store