Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
diverse
01
ποικίλος, διαφορετικός
showing a variety of distinct types or qualities
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most diverse
συγκριτικός βαθμός
more diverse
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The team consisted of individuals from diverse backgrounds, bringing a range of experiences and perspectives to the table.
Η ομάδα αποτελούνταν από άτομα με ποικίλη καταγωγή, φέρνοντας μια σειρά από εμπειρίες και προοπτικές στο τραπέζι.
02
ποικίλος, διαφορετικός
embracing a wide range of different types or groups, ensuring representation of various people, ideas, or backgrounds
Παραδείγματα
The community is proud of its diverse population, with residents from many different countries.
Η κοινότητα είναι περήφανη για τον ποικίλο πληθυσμό της, με κατοίκους από πολλές διαφορετικές χώρες.
Λεξικό Δέντρο
diversely
diverseness
diversion
diverse
diverse



























