Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
diverse
01
ποικίλος, διαφορετικός
showing a variety of distinct types or qualities
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most diverse
συγκριτικός βαθμός
more diverse
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The festival showcased diverse musical genres.
Το φεστιβάλ παρουσίασε ποικίλα μουσικά είδη.
02
ποικίλος, διαφορετικός
embracing a wide range of different types or groups, ensuring representation of various people, ideas, or backgrounds
Παραδείγματα
The organization 's leadership is committed to building a diverse team.
Η ηγεσία του οργανισμού δεσμεύεται να δημιουργήσει μια ποικιλόμορφη ομάδα.
Λεξικό Δέντρο
diversely
diverseness
diversion
diverse
diverse



























