to disunite
dis
dɪs
ντισ
u
ju:
γου
nite
ˈnaɪt
ναιτ

Ορισμός και σημασία του "disunite"στα αγγλικά

to disunite
01

διαχωρίζω, χωρίζω

force, take, or pull apart 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
disunite
γ΄ ενικό πρόσωπο
disunites
ενεστώτα μετοχή
disuniting
απλός αόριστος
disunited
παθητική μετοχή
disunited
02

διαιρώ, χωρίζω

to cause disagreement or separation between a group of people 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

disunite
unite
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store