Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to disunite
01
διαχωρίζω, χωρίζω
force, take, or pull apart
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
disunite
γ΄ ενικό πρόσωπο
disunites
ενεστώτα μετοχή
disuniting
απλός αόριστος
disunited
παθητική μετοχή
disunited
02
διαιρώ, χωρίζω
to cause disagreement or separation between a group of people
Λεξικό Δέντρο
disunite
unite



























