allowable
a
ə
ē
llowable
ˈlaʊəbl
lawebl
allocable

Ορισμός και σημασία του "allowable"στα αγγλικά

01

αφαιρέσιμος

deductible according to the tax laws 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
υπερθετικός βαθμός
most allowable
συγκριτικός βαθμός
more allowable
διαβαθμίσιμο
02

επιτρεπτός, εγκεκριμένος

officially authorized or permitted by the law 
03

παραδεκτός, επιτρεπτός

deserving to be allowed or considered 

Λεξικό Δέντρο

allowably
allowable
allow
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store