Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to distract
01
αποσπώ την προσοχή, περιστρέφω την προσοχή
to cause someone to lose their focus or attention from something they were doing or thinking about
Transitive: to distract sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
distract
γ΄ ενικό πρόσωπο
distracts
ενεστώτα μετοχή
distracting
απλός αόριστος
distracted
παθητική μετοχή
distracted
Παραδείγματα
During the important meeting, the constant tapping of a pen began to distract everyone in the room.
Κατά τη διάρκεια της σημαντικής συνάντησης, ο συνεχής κτύπος ενός στυλό άρχισε να αποσπά την προσοχή όλων στο δωμάτιο.
02
αποσπώ, μπερδεύω
to make someone feel confused or torn by mixing up their emotions or intentions
Transitive: to distract sb
Παραδείγματα
The unexpected news distracted her, making it hard to focus on the task.
Τα απροσδόκητα νέα την αποσπούν, κάνοντας δύσκολη τη συγκέντρωση στην εργασία.
Λεξικό Δέντρο
distracted
distract



























