dissident
di
ˈdɪ
di
ssi
si
dent
dənt
dēnt
dissilient

Ορισμός και σημασία του "dissident"στα αγγλικά

01

διαφωνούν, αντιφρονούν

someone who declares opposition to the government of one's country, knowing there is punishment for doing so 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dissidents
Παραδείγματα
Andrei Sakharov was a prominent Soviet physicist who became a dissident due to his campaigns for political and civil rights. 

Ο Αντρέι Σάχαροφ ήταν ένας διακεκριμένος Σοβιετικός φυσικός που έγινε αντιφρονών λόγω των εκστρατειών του για πολιτικά και αστικά δικαιώματα.

01

διαφωνούν, αντιφρονούν

opposing official policy, especially that of an authoritarian government or dominant group 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Dissident voices were silenced by the regime. 

Οι αντιφρονούντες φωνές σιγήθηκαν από το καθεστώς.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store