to dissever
Pronunciation
/dɪsˈɛvɚ/

Ορισμός και σημασία του "dissever"στα αγγλικά

to dissever
01

διαχωρίζω, χωρίζω

to divide something into distinct parts
to dissever definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
dissever
γ΄ ενικό πρόσωπο
dissevers
ενεστώτα μετοχή
dissevering
απλός αόριστος
dissevered
παθητική μετοχή
dissevered
Παραδείγματα
A sharp disagreement over financial matters could dissever the partnership and lead to a business dissolution.
Μια έντονη διαφωνία σε οικονομικά θέματα θα μπορούσε να διαχωρίσει τη συνεργασία και να οδηγήσει στη διάλυση της επιχείρησης.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store