Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to dissever
01
διαχωρίζω, χωρίζω
to divide something into distinct parts
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
dissever
γ΄ ενικό πρόσωπο
dissevers
ενεστώτα μετοχή
dissevering
απλός αόριστος
dissevered
παθητική μετοχή
dissevered
Παραδείγματα
The historical event served as a catalyst to dissever the nation, leading to the partition and the formation of separate countries.
Το ιστορικό γεγονός χρησίμευσε ως καταλύτης για να διαχωρίσει το έθνος, οδηγώντας στον διαχωρισμό και τη δημιουργία ξεχωριστών χωρών.
Λεξικό Δέντρο
dissever
sever



























