Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to dissever
01
διαχωρίζω, χωρίζω
to divide something into distinct parts
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
dissever
γ΄ ενικό πρόσωπο
dissevers
ενεστώτα μετοχή
dissevering
απλός αόριστος
dissevered
παθητική μετοχή
dissevered
Παραδείγματα
A sharp disagreement over financial matters could dissever the partnership and lead to a business dissolution.
Μια έντονη διαφωνία σε οικονομικά θέματα θα μπορούσε να διαχωρίσει τη συνεργασία και να οδηγήσει στη διάλυση της επιχείρησης.
Λεξικό Δέντρο
dissever
sever



























