Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dissentient
01
διαφωνών, αντιμαχόμενος
differing from and disagreeing with the views of the majority
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most dissentient
συγκριτικός βαθμός
more dissentient
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The conference mainly had a unified view, but a few dissentient attendees sparked heated debates.
Η διάσκεψη είχε κυρίως μια ενιαία άποψη, αλλά μερικοί διαφωνούντες συμμετέχοντες πυροδότησαν έντονες συζητήσεις.
02
διαφωνών (καθολικών) που αρνούνται να παρακολουθήσουν τις λειτουργίες της Εκκλησίας της Αγγλίας
(of Catholics) refusing to attend services of the Church of England



























