dissension
di
di
ssen
ˈsɛn
sen
sion
ʃən
shēn
dissectiondissuasiondistension

Ορισμός και σημασία του "dissension"στα αγγλικά

01

διχόνοια, διαφωνία

disagreement or conflict within a group expected to collaborate 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dissensions
Παραδείγματα
The coach's challenge was not just training the team but also managing the dissension among players. 

Η πρόκληση του προπονητή δεν ήταν μόνο η εκπαίδευση της ομάδας αλλά και η διαχείριση της διαφωνίας μεταξύ των παικτών.

02

διαφωνία, διάσταση

lack of agreement between people 
Παραδείγματα
Their dissension started over a minor issue but grew into a major conflict. 

Η διαφωνία τους ξεκίνησε από ένα μικρό ζήτημα αλλά εξελίχθηκε σε μεγάλη σύγκρουση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store