Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Disquietude
01
ανησυχία, αγωνία
a state of unease, anxiety, or mental unrest
Παραδείγματα
Economic uncertainty has created widespread disquietude.
Η οικονομική αβεβαιότητα έχει δημιουργήσει ευρέως διαδεδομένη ανησυχία.
Λεξικό Δέντρο
disquietude
quietude
quiet



























