disquietude
dis
dɪs
dis
quie
ˈkwaɪə
kvaie
tude
tju:d
tyood

Ορισμός και σημασία του "disquietude"στα αγγλικά

01

ανησυχία, αγωνία

a state of unease, anxiety, or mental unrest 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
She felt a deep disquietude before giving her speech. 

Αισθάνθηκε μια βαθιά ανησυχία πριν από την ομιλία της.

Λεξικό Δέντρο

disquietude
quietude
quiet
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store