disputatious
Pronunciation
/dɪspjuːtˈeɪʃəs/

Ορισμός και σημασία του "disputatious"στα αγγλικά

disputatious
01

φιλόνεικος, διαστρεβλωτικός

having a tendency to disagree and argue
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most disputatious
συγκριτικός βαθμός
more disputatious
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her disputatious remarks during the debate earned her a reputation for being difficult to work with.
Τα disputatious σχόλιά της κατά τη διάρκεια της συζήτησης της χάρισαν τη φήμη ότι είναι δύσκολο να συνεργαστεί.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store